Η βιταμίνη D είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη που ανήκει στην ομάδα των βιταμινών Α, D, E, K, και απαιτεί τη παρουσία λίπους για την απορρόφησή της από τον οργανισμό. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μία προ-στεροειδή ορμόνη, η οποία έχει άμεση δράση στα γονίδια του ανθρώπινου σώματος.

   Συντίθεται στον οργανισμό κυρίως μέσω της υπεριώδους ακτινοβολίας του ήλιου στο δέρμα και επίσης προσλαμβάνεται και μέσω της διατροφής από συγκεκριμένες τροφές.

   Η βιταμίνη D είναι πολύ σημαντική για την υγεία των οστών και των δοντιών. Πρόσφατες μελέτες έχουν αναδείξει το ρόλο της και στη συνολική υγεία του οργανισμού, καθώς έχει καταγραφεί πως βοηθά στην καλύτερη λειτουργία του ανοσοποιητικού, και στη πρόληψη άλλων σοβαρών παθήσεων όπως διαφόρων μορφών καρκίνου, σκλήρυνσης κατά πλάκας, ψυχιατρικών νόσων, υπέρτασης, ψωρίασης κ.α.

Τροφές με βιταμίνη D

   Η βιταμίνη D υπάρχει σε πολλές διατροφικές πηγές. Πιο συγκεκριμένα βρίσκεται σε τροφές όπως τα λιπαρά ψάρια, ο σολομός, το σκουμπρί, ο τόνος, ο μπακαλιάρος, η πέστροφα, οι σαρδέλες, το μουρουνέλαιο, ο κρόκος του αυγού, οι γαρίδες, η μαργαρίνες, τα εμπλουτισμένα δημητριακά και τα εμπλουτισμένα γαλακτοκομικά. Εάν οι ημερήσιες ανάγκες στη βιταμίνη, δεν μπορούν να καλυφθούν μέσω της διατροφής, ενδεχομένως να είναι ωφέλιμο ένα συμπλήρωμα διατροφής με βιταμίνη D.

Μορφές βιταμίνης D

   Υπάρχουν πολλές διαφορετικές μορφές βιταμίνης D στα συμπληρώματα διατροφής και στα φαρμακευτικά σκευάσματα. Οι κυριότερες μορφές συμπληρωμάτων βιταμίνης D είναι η εργοκαλσιφερόλη (βιταμίνη D2) και η χοληκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3). Συνιστάται η χορήγηση της βιταμίνης D3, καθώς η χοληκαλσιφερόλη αποτελεί τη φυσική της μορφή και έχει τη δυνατότητα να ανεβάζει τα επίπεδα της ολικής βιταμίνης D αποτελεσματικότερα στον οργανσιμό. Η βιταμίνη D διατίθεται σε δισκία, κάψουλες, σταγόνες και σε μορφή spray.

Ανάγκες – Δοσολογία

   Η ποσότητα βιταμίνης D που απαιτείται καθημερινά για να διατηρείται η βιταμίνη D σε φυσιολογικά επίπεδα εξαρτάται από τη διατροφή του κάθε ατόμου, την έκθεση του στον ήλιο, το χρώμα του δέρματος του και τη κατάσταση της υγείας του. Η συνιστώμενη δόσολογία βιταμίνης D εξαρτάται επίσης από το βαθμό ανεπάρκειας ή έλλειψης της.

   Η γενική σύσταση είναι οι ενήλικες να προσλαμβάνουν 800 IU (International Units) βιταμίνης D ημερησίως για τη διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων βιταμίνης D (οι ηλικιωμένοι πιθανώς να χρειάζονται μεγαλύτερες δόσεις) και να καταναλώνουν λιπαρά ψάρια δύο φορές την εβδομάδα.

   Η Αμερικανική Παιδιατρική Εταιρεία συνιστά τη χορήγηση βιταμίνης D σε όλα τα βρέφη που θηλάζουν τους πρώτους έξι μήνες της ζωής, και τη χορήγηση 400 IU βιταμίνης D σε όλα τα παιδιά και τους εφήβους που δεν καταναλώνουν επαρκή ποσότητα της βιταμίνης από τη διατροφή τους.
Για τα άτομα που έχουν έλλειψη στη βιταμίνη συστήνονται τουλάχιστον 2000 IU ημερησίως.

Δράσεις της βιταμίνης D

Οστα

   Η βιταμίνη D θεωρείται παραδοσιακά η βιταμίνη των οστών, καθώς η βασική της δράση είναι η αύξηση της απορρόφησης του ασβεστίου από το έντερο. Χρησιμοποιείται για τη πρόληψη και τη θεραπεία της ραχίτιδας στα παιδιά, και για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης, του πόνου στα οστά (οστεομαλακία), της απώλεια οστού σε άτομαμε υπερπαραθυρεοειδισμό, και στην θεραπεία μιας κληρονομικής νόσου που ονομάζεται ατελής οστεογένεση, και κατά την οποία τα οστά είναι ιδιαίτερα εύθραυστα. Τέλος, η βιταμίνη D είναι σημαντική για την πρόληψη των καταγμάτων σε άτομα που διατρέχουν κίνδυνο για οστεοπόρωση, καθώς και για την καλύτερη απορρόφηση ασβεστίου και μείωση της οστικής απώλειας σε άτομα με νεφρική ανεπάρκεια.

Ανοσοποιητικό σύστημα

   Η βιταμίνη D βοηθά στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος, στην πρόληψη ορισμένων αυτοάνοσων νοσημάτων, αλλά και στην πρόληψη του καρκίνου. Μελέτες δείχνουν ότι τα άτομα που που εμφανίζουν συχνά εποχική γρίπη και κρυολόγημα και που έχουν ένα περισσότερο ευάλωτο ανοσοποιητικό σύστημα, έχουν αντίστοιχα και χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα.

Καρδιαγγειακό σύστημα

   Η βιταμίνη D βοηθά στη πρόληψη των παθήσεων της καρδιάς και των αιμοφόρων αγγείων, όπως η υψηλή αρτηριακή πίεση και η υψηλή χοληστερόλη. Διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D σχετίζονται με καρδιαγγειακά προβλήματα όπως ο αυξημένος κίνδυνος για καρδιακή προσβολή, το μεταβολικό συνδρομο,  η υπέρταση, και ο αιφνίδιος καρδιαγγειακός θάνατος.

Άλλες δράσεις

   Η βιταμίνη D έχει βρεθεί ότι είναι ωφέλιμη σε παθήσεις όπως ο διαβήτης, η παχυσαρκία, η σκλήρυνση κατά πλάκας, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, η ψωρίαση. Επειδή η βιταμίνη D εμπλέκεται στη ρύθμιση των επιπέδων των ανόργανων συστατικών, όπως ο φώσφορος και το ασβέστιο, χρησιμοποιείται συχνά για παθήσεις που προκαλούνται από χαμηλά επίπεδα αυτών των μετάλλων όπως η οικογενή υποφωσφαταιμία, το σύνδρομο Fanconi, ο υποπαραθυρεοειδισμός και ο ψευδοϋποπαραθυρεοειδισμός.

Φυσιολογικές τιμές

   Τα επίπεδα βιταμίνης D στον οργανισμό ελέγχονται μέσω μιας αιματολογικής εξέτασης που ονομάζεται 25-υδρόξυ βιταμίνη D ή 25 (OH) D3. Τιμές > 30 ng/ml θεωρούνται φυσιολογικές, ενώ τιμές από 20-30 ng/ml θεωρούνται ενδεικτικές ανεπάρκειας της βιταμίνης D. Τιμές < 5 ng/ml υποδεικνύουν σοβαρή ανεπάρκεια με διαταραχές στην επιμετάλλωση των οστών. Χαμηλές τιμές μπορούν να υποδηλώνουν έλλειψη ή πιθανή εμφάνιση προβλημάτων των οστών.

Έλλειψη

   Η έλλειψη της βιταμίνης D μπορεί να προκαλέσει:

  • Χαμηλά επίπεδα ασβεστίου και φωσφόρου στο αίμα
  • Ραχίτιδα στα παιδιά, μια πάθηση που οδηγεί σε παραμόρφωση των οστών και καθυστέρηση της ανάπτυξης
  • Ανάπτυξη οστεομαλακίας, μια οστική διαταραχή που οδηγεί σε λέπτυνση των οστών και σε οστεοπόρωση στους ενήλικες
  • Αυξημένη συχνότητα πτώσεων και συνοδών καταγμάτων, ειδικά στους ηλικιωμένους.

   Τα συμπτώματα της έλλειψης περιλαμβάνουν κόπωση, γενικευμένη μυική αδυναμία, κράμπες, πόνος στις αρθρώσεις, αδυναμία συγκέντρωσης, κεφαλαλγίες. Επιπλέον από μελέτες έχει βρεθεί ότι άτομα με χαμηλά επίπεδα ή έλλειψη βιταμίνης D έχουν αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση:

  • Σκλήρυνσης κατά πλάκας
  • Σακχαρώδη διαβήτη (τόσο τύπου 1 όσο και τύπου 2)
  • Διαφόρων μορφών καρκίνου ειδικά του εντέρου και του προστάτη
  • Καρδιακής νόσου
  • Ψυχιατρικών νόσων
  • Αυτοάνοσων νοσημάτων

   Ομάδες του πληθυσμού που κινδυνεύουν περισσότερο να εμφανίσουν έλλειψη βιταμίνης D είναι

  • Άτομα με σκουρόχρωμο δέρμα, καθώς η μελανίνη δρα σαν φίλτρο στην απορρόφηση της UVB ακτινοβολίας (υπερϊώδης Β ακτινοβολία)
  • Άτομα με μικρή ή μηδενική έκθεση στον ήλιο όπως οι ηλικιωμένοι που παραμένουν κλινήρεις ή περιορισμένοι στην κατοικία τους
  • Άτομα που καλύπτουν πλήρως το δέρμα τους με ρούχα
  • Άτομα που αποφεύγουν την έκθεση στον ήλιο ή κάνουν υπερβολική χρήση αντιηλιακών προϊόντων
  • Άτομα με παθήσεις όπως παχυσαρκία, χρόνια νεφρική νόσο, ηπατική ανεπάρκεια, κοιλιοκάκη, νόσο του Crohn, κυστική ίνωση.

Παρενέργειες – Αντενδείξεις

   Η βιταμίνη D είναι ασφαλής όταν λαμβάνεται στις συνιστώμενες ποσότητες. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν παρουσιάζουν παρενέργειες, εκτός αν υπερβούν τη δοσολογία. Κάποιες παρενέργειες από την υπερβολική λήψη βιταμίνης D περιλαμβάνουν αδυναμία, κόπωση, υπνηλία, πονοκέφαλο, απώλεια όρεξης, ξηροστομία, μεταλλική γεύση, ναυτία, και εμετό.

   Η λήψη βιταμίνης D για μεγάλες χρονικές περιόδους σε δόσεις υψηλότερες από τις 4000 μονάδες (IU) ημερησίως μπορεί να μην είναι ασφαλείς, και ενδεχομένως να προκαλέσει υπερβολικά υψηλά επίπεδα ασβεστίου στο αίμα. Απαιτείται επίβλεψη γιατρού.

   Η βιταμίνη D είναι ασφαλής κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού, όταν χρησιμοποιείται στην συνιστώμενη δοσολογία και μόνο με παρακολούθηση και καθοδήγηση από τον γιατρό. Θα πρέπει να αποφεύγεται η υπερδοσολογία.

   Ατομα με νεφρική νόσο, αθηροσκλήρωση, σαρκοείδωση, ιστοπλάσμωση, υπερπαραθυροειδισμό, λέμφωμα και φυματίωση δεν θα πρέπει να λαμβάνουν βιταμίνη D χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του γιατρού.

   Επίσης ασθενείς που λαμβάνουν βεραπαμίλη για τη καρδιά, διουρητικά και αντιπηκτικά φάρμακα δεν θα πρέπει να λαμβάνουν βιταμίνη D, συμπληρωματικά.

Βρείτε συμπληρώματα διατροφής με βιταμίνη D στο vita4you.gr